άθυμος

άθυμος
-η, -ο (Α ἄθυμος, -ον)
νεοελλ.
δύσθυμος, άκεφος, στενοχωρημένος, μελαγχολικός
αρχ.
1. αυτός που δεν έχει θάρρος, ο δειλός
2. ο μη θυμοειδής, ο δίχως οργή ή πάθος
3. ο μη ενθαρρυντικός, ο δυσάρεστος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < - στερητ. + θυμός.
ΠΑΡ. αθυμία, αθυμώ].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • άθυμος — η, ο επίρρ. α άκεφος, κακόκεφος: Εκείνη την ημέρα ξεκίνησε για τη δουλειά του άθυμος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἄθυμος — ἄθῡμος , ἄθυμος fainthearted masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθυμότερον — ἀθῡμότερον , ἄθυμος fainthearted adverbial comp ἀθῡμότερον , ἄθυμος fainthearted masc acc comp sg ἀθῡμότερον , ἄθυμος fainthearted neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αθυμώ — (I) ( έω) (Α ἀθυμῶ) [ἄθυμος] κατέχομαι από αθυμία, είμαι μελαγχολικός, στενοχωρούμαι, λυπάμαι αρχ. φοβάμαι, ανησυχώ. (II) ἀθυμῶ ( όω) (Α) [ἄθυμος] αποκαρδιώνω, αποθαρρύνω …   Dictionary of Greek

  • ἀθυμοτέρας — ἀθῡμοτέρᾱς , ἄθυμος fainthearted fem acc comp pl ἀθῡμοτέρᾱς , ἄθυμος fainthearted fem gen comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθυμοτέρων — ἀθῡμοτέρων , ἄθυμος fainthearted fem gen comp pl ἀθῡμοτέρων , ἄθυμος fainthearted masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθυμότατα — ἀθῡμότατα , ἄθυμος fainthearted adverbial superl ἀθῡμότατα , ἄθυμος fainthearted neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθύμως — ἀθύ̱μως , ἄθυμος fainthearted adverbial ἀθύ̱μως , ἄθυμος fainthearted masc/fem acc pl (doric) ἀ̱θύμως , ἀθυμόω dishearten imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀθυμόω dishearten imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄθυμον — ἄθῡμον , ἄθυμος fainthearted masc/fem acc sg ἄθῡμον , ἄθυμος fainthearted neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αθυμία — η (Α ἀθυμία) [ἄθυμος] έλλειψη ευδιαθεσίας, βαρυθυμία, στενοχώρια αρχ. έλλειψη θάρρους, λιποψυχία, δειλία …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”